βαρυόπας

βᾰρυ-όπᾱς, , ([etym.] ὄψ)
A loudvoiced, of Zeus, in acc. -ᾱν, Pi.P.6.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυόπας — βαρυόπας, ο (Α) (για τον Δία) εκείνος που έχει βαριά, βροντερή φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + (ποιητ.) *οψ (η) («η φωνή»), το οποίο απαντά μόνο στις πλάγιες πτώσεις του ενικού οπός, οπί, όπα] …   Dictionary of Greek

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

  • ευρύοπα — εὐρύοπα, ὁ (Α) 1. αυτός που ηχεί σε μεγάλη έκταση («εὐρύοπα κέλαδον φθεγγόμενος») 2. (επίθ. τού Διός) αυτός που βλέπει μακριά, σε μεγάλη έκταση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ευρύοπα απαντά ως προσωνυμία τού τ. Ζην ή Κρονίδην στην αιτιατ., αλλά και στην ονομαστ …   Dictionary of Greek

  • βαρυόπην — βαρύοπης masc acc sg (attic epic ionic) βαρυόπας loudvoiced masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.